Η Αρχή της Αναλογικότητας
Στον 19ο αιώνα, οι Γερμανοί, ως λάτρεις του συστήματος της πειθαρχίας και των τεράστιων λέξεων επινόησαν το Verhältnismäßigkeitsprinzip. Εναλλακτικά, την αναλογικότητα. Την επινόησαν με τόσες συλλαβές που αν την πεις σωστά παίρνεις αυτόματα υποτροφία στο καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου. Εκεί λοιπόν η Αρχή χρησιμοποιείται ως φίλτρο ενάντια στις διοικητικές αυθαιρεσίες. Κοινώς εάν σε πιάσουν με τη γίδα στην πλάτη, αρχικά και άμεσα επιστρέφεις τη γίδα! Δεν την κρατάς και επιβάλεις στους συγχωριανούς σου να την πληρώσουν! Επιστρέφεις τη γίδα και δέχεσαι την ποινή της πράξης σου. Δέχεσαι την ποινή ακόμα κι αν είσαι στην εξουσία! Αυτό είναι το αντίδοτο στον φασισμό!
Για τούτο το σκοπό η μεταπολεμική Γερμανία ενσωματώνει την αναλογικότητα στο Σύνταγμά της. Την ενσωματώνει βλέποντάς την ως «αντίδοτο στο δηλητήριο του ολοκληρωτισμού».

«Σαν ναυαγοί σαν ροβινσώνες δίχως νόμους και κανόνες..» λέει το σχετικό τραγούδι σε μια προσπάθεια εξύμνησης της ελευθερίας ενάντια στην αυστηρότητα των νόμων. Για τούτο το σκοπό ο άνθρωπος δημιούργησε την Αρχή της αναλογικότητας. Τη δημιούργησε υπό το πρίσμα της διαχρονικής του ανάγκης να βάλει μέτρο στην απόλυτη, θεσμική ερμηνεία των νόμων.
Αυτή η αναζήτηση ξέρετε δεν αποτελεί δείγμα των καιρών. Οι αρχαίοι Έλληνες για παράδειγμα, μπορεί να μην είχαν σύνταγμα, αλλά είχαν ήθος, λογική, και μια τρομακτικά βαθιά αίσθηση του μέτρου.
Ουσιαστικά παρατηρείς πως η ιδέα του να «μην υπερβαίνεις» το δίκαιο είναι παρούσα σε κάθε βήμα της ελληνικής πολιτικής και ηθικής φιλοσοφίας. Ο Όμηρος μας λέει ότι το δίκαιο χωρίς αναλογία γίνεται Ύβρις. Η Αντιγόνη αναρωτιέται αν ο νόμος του Κρέοντα είναι αναλογικός ή απλώς σκληρός χωρίς σοφία. Το κοινό της εποχής δε βλέπει μόνο δράμα, βλέπει πολιτικό δίδαγμα για το πώς πρέπει να ενεργεί ο άρχων και οι πολίτες.
Το μέτρον δεν είναι απλώς αρετή, είναι όρος επιβίωσης της πόλης, της τάξης, της ψυχής!
Οι Ρωμαίοι αργότερα, υπό διαφορετικό πρίσμα, μιλούσαν για aequitas, που ήταν η προσπάθεια να υπάρχει μια ισορροπία στις ποινές. Η λογική ήταν απλή, «…δεν τιμωρούμε κάποιον με σταύρωση επειδή έκλεψε ένα τσαμπί σταφύλια!»
Στον χριστιανικό μεσαίωνα, ο Θωμάς Ακινάτης προσπάθησε να εξηγήσει γιατί ο Θεός δεν είναι αυταρχικός. Στη Summa Theologica μας λέει ότι η ποινή πρέπει να είναι μέτρο αποκατάστασης και όχι θεία εκδίκηση. Κοινώς, ακόμα κι αν κάποιος έβρισε την Παναγία, δεν τον καις στην πυρά.
Ακόμα κι ο Καντ, ο οποίος είναι ο τύπος που διαβάζεις και λες «ωραία, πάλι δεν θα κοιμηθώ απόψε»… παρ’ όλα αυτά, λέει μια χρυσή κουβέντα. «Το δίκαιο δεν είναι εργαλείο καταστολής, είναι καθρέφτης της ηθικής. Η ποινή πρέπει να είναι ισοβαρής της πράξης, αλλιώς είναι προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια».
Στον 19ο αιώνα, οι Γερμανοί, ως λάτρεις του συστήματος της πειθαρχίας και των τεράστιων λέξεων επινόησαν το Verhältnismäßigkeitsprinzip. Εναλλακτικά, την αναλογικότητα. Την επινόησαν με τόσες συλλαβές που αν την πεις σωστά παίρνεις αυτόματα υποτροφία στο καλύτερο πανεπιστήμιο του κόσμου. Εκεί λοιπόν η Αρχή χρησιμοποιείται ως φίλτρο ενάντια στις διοικητικές αυθαιρεσίες. Κοινώς εάν σε πιάσουν με τη γίδα στην πλάτη, αρχικά και άμεσα επιστρέφεις τη γίδα! Δεν την κρατάς και επιβάλεις στους συγχωριανούς σου να την πληρώσουν! Επιστρέφεις τη γίδα και δέχεσαι την ποινή της πράξης σου. Δέχεσαι την ποινή ακόμα κι αν είσαι στην εξουσία! Αυτό είναι το αντίδοτο στον φασισμό!
Για τούτο το σκοπό η μεταπολεμική Γερμανία ενσωματώνει την αναλογικότητα στο Σύνταγμά της. Την ενσωματώνει βλέποντάς την ως «αντίδοτο στο δηλητήριο του ολοκληρωτισμού».
Εν συνεχεία, το 1950 η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου προσθέτει τη δική της πινελιά. Δεν αναφέρει την Αρχή με το όνομά της, αλλά την κρύβει σε κάθε φράση περί “αναγκαίων περιορισμών”. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων κάθε φορά που κάποιο κράτος πάει να κόψει ελευθερία τύπου, σηκώνει το χέρι και λέει.. «φίλε μου αυτό δεν είναι απλά υπερβολή, είναι και χωρίς λόγο!».
Η μεγάλη θεσμική διαφοροποίηση έρχεται με τη Συνθήκη του Μάαστριχτ το 1992, όπου η Ευρωπαϊκή Ένωση αποφασίζει πως πρέπει να έχει μια ελαστικότητα στην εφαρμογή του κάθε κανονισμού. Οπότε γράφει στο άρθρο 5 ότι οι πράξεις της πρέπει να είναι αναλογικές προς τον σκοπό.
Στην Ελλάδα, το Συμβούλιο της Επικρατείας έχει από καιρό αρχίσει να εφαρμόζει την εν λόγω Αρχή. Το 2001 μάλιστα την κάναμε και συνταγματική Άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ’. Πλέον, κάθε φορά που ένα μέτρο περιορίζει ελευθερία, πρέπει να είναι και “αναλογικό”.
Στην πράξη βέβαια, πρέπει να θυμίζουμε σε μερικούς ότι “αναλογικότητα” δεν σημαίνει “κάνω ό,τι θέλω και το βαφτίζω αναγκαίο”. Δεν σταματάω τ’ αεροπλάνα να ‘νέβω, δεν βουτάω πίνακες από τα υπουργεία ρίχνοντας το φταίξιμο στην μεταφορική, δεν «αγοράζω» ψήφους με τα χρήματα των κοινοτικών ενισχύσεων! Κι αν τα κάνω όλα αυτά υπό το φως του ήλιου.. σκεφθείτε τι είμαι ικανός να κάνω εν το μέσω της νυκτός!
Εν τέλει, η Αρχή αυτή είναι το πιο ανθρώπινο σημείο του Δικαίου. Δεν λέει «όχι» στην εξουσία. Λέει «σκέψου το λίγο πριν το παρακάνεις».
Είναι ένα… «μήπως να πάρεις μια ανάσα πριν πνίξεις τον πολίτη με νόμους και πρόστιμα;;;».
Είναι η υπενθύμιση ότι ακόμα κι ο Νόμος χρειάζεται αναλογικότητα κι αυτή η αναλογικότητα λέγεται μέτρο, λογική, και ναι… λίγη τσίπα βρε αδερφέ!!! Λίγη τσίπα ακόμα κι όταν αναφέρεσαι στα πρόβατα, στα βοσκοτόπια, στα νησιά… Ά! και τώρα που είπα νησί… ..σ’ ένα νησί μαζί μου να ‘ρθεις που δεν το ‘χει ούτε ο χάρτης!












