Ο Θέρος
Ο μπάρμπα Φάνης ξαναφόρεσε την τραγιάσκα και πήρε τη ρούγα για το σπίτι, έπρεπε να ξεκουραστεί, τον περίμενε μια πολύ δύσκολη εβδομάδα.
Την επόμενη μέρα σηκώθηκε πρωί, βγήκε στην αυλή, καβάλησε τη ρεμούλκα και πήρε τον δρόμο για τον κάμπο. Προς έκπληξή του οι εργάτες ήταν όλοι στο χτήμα κι είχαν ήδη πιάσει δουλειά. Οι πιτσιρικάδες τηρούσαν τη συμφωνία στο ακέραιο. Ολημερίς θέρο και το βράδυ;;.. «για ύπνο με τις κότες!». Για μια ολάκερη εβδομάδα το χωριό είχε ησυχάσει από την οχλαγωγία και τα τζάμια του σχολείου από την μπάλα.

Ήταν εκείνες οι μέρες του μεσοκαλόκαιρου, του Ιουλίου, τ’ Αϊ-Λιος. Ο μπάρμπα Φάνης είχε σπείρει το χωράφι στον κάμπο από τον χειμώνα και επιτέλους είχε φθάσει η ώρα της συγκομιδής. Τεχνολογία ελάχιστη εκείνα τα χρόνια, κάθε δουλειά απαιτούσε χέρια. Για τούτο τον σκοπό ο μπάρμπα Φάνης αποβραδίς, είχε πάρει τον δρόμο για τον καφενέ. Έπρεπε να μαζέψει εργάτες για τον αυριανό θέρο.
Προσέγγισε τον καφενέ, κάνα δυο ζευγάρια παίζανε τάβλι στην αυλή κάτω από τον πλάτανο. Άλλοι τέσσεροι συνέχιζαν την πρέφα (παιχνίδι με χαρτιά) που είχαν ξεκινήσει από την περίοδο της σποράς! Κάθισε σ΄ ένα τραπέζι και παρήγγειλε ένα ούζο. Ένα «γάλα» όπως συνήθιζε να το αποκαλεί. Ήπιε την πρώτη γουλιά και τσίμπησε έναν από τους λιγοστούς μεζέδες που το συνόδευαν.
- «Μωρέ αύριο θα χρειαστώ χέρια για τον θέρο». Αποκρίθηκε στον περίγυρο.
Οι χωρικοί βαριεστημένοι γύρισαν μ ’ένα βλέμμα και τον κοίταξαν. Τον κοίταξαν μα δεν αποκρίθηκαν, ο κάθε ένας βλέπετε είχε τη δικιά του ασχολία.
Ο μπάρμπα Φάνης έβαλε πάλι το ποτήρι στα χείλη, ήπιε ακόμα μια γουλιά και τράβηξε την τραγιάσκα όπισθεν της κεφαλής του. Η ματιά του απομακρύνθηκε από την αυλή του καφενέ και εστίασε στα σχολιαρόπαιδα που κλωτσούσαν μια μπάλα στην απέναντι αυλή του σχολείου.
- «Γιατί όχι;» Αποκρίθηκαν τα χείλη του σε μια προσπάθεια απάντησης στην ιδέα του μυαλού του!
- «Γιατί όχι;;..» Μουρμούρισε δυνατότερα!
Τσίμπησε τον τελευταίο μεζέ και κατέβασε με μιας το υπόλοιπο ούζο.
- «Μανώλη γράφτα..» φώναξε στον καφετζή, κατέβασε την τραγιάσκα και με γοργά βήματα προσέγγισε τους πιτσιρικάδες.
Μόλις τον είδαν, σταμάτησαν! Ήταν η εποχή βλέπετε που οι μικρότεροι παραχωρούσαν το «διάβα» στους μεγαλύτερους. Όχι τόσο από σεβασμό, αλλά από την καρπαζιά που θα ακολουθούσε σε διαφορετική περίπτωση.
Ο μπάρμπα Φάνης σταμάτησε, έβαλε παραμάσχαλα την τραγιάσκα και φώναξε στους πιτσιρικάδες.
- «Μαζευτείτε μωρέ που σας θέλω..»
Πολύ γρήγορα είχαν όλοι μαζευτεί γύρω του.
- «Θέλετε χαρτζιλίκι μωρέ;» τους ρώτησε!
Ο μεγαλύτερος πήρε τον λόγο.
- «Τι έχεις κατά νου μπάρμπα Φάνη;»
- «Να.. εγώ χρειάζομαι χέρια για να θερίσω το χτήμα στον κάμπο. Ξεκινάμε αύριο και το Σάββατο με το καλό που θα έχουμε τελειώσει, σας πληρώνω.»
- «Πόσα θα πάρουμε;» Πετάχτηκε ο Κωστής;
- «5 τάλαρα κι ένα ψωμοτύρι ο κάθε ένας τη μέρα.» Απάντησε άμεσα ο μπάρμπα Φάνης.
- «5 τάλαρα και κάτι άλλο θέλουμε..». Συμπλήρωσε ο Αλέξης.
- «Τι άλλο μωρέ;» Ρώτησε με βροντερή φωνή ο Μπάρμπα Φάνης.
- «Να θέλουμε τα τάλαρα, αλλά θα μας πας και στα κορίτσια…!»
- «Ποια κορίτσια;;» Ρώτησε με απορία ο μπάρμπα Φάνης, χαμηλώνοντας παράλληλα τη φωνή του.
- «Εκείνα που επισκέπτεσαι στο Μεγαλοχώρι!»
- «Ναι!..» Αποκρίθηκε ο Γιωργής! «Σε εκείνο το σπίτι με τη λάμπα στην πόρτα.»
- «Δεν είσαστε πολύ μικροί γι’ αυτά μωρέ;;» Τους ρώτησε χαριτολογώντας ο μπάρμπα Φάνης.
- «Εφέτος κλείσαμε όλοι τα δεκαοχτώ!» Απάντησαν μ΄ ένα στόμα οι πιτσιρικάδες.
Με μια ματιά κοιτάχτηκαν όλοι. Άλλωστε ποιος θα ζητούσε αποδεικτικά στοιχεία; Δεκαοχτώ δηλώνεις, δεκαοχτώ είσαι! Η συμφωνία είχε κλείσει. Τα μάτια το επιβεβαίωναν, με μια κίνηση έδωσαν και τα χέρια προς ολοκλήρωσή της.
Ο μπάρμπα Φάνης ξαναφόρεσε την τραγιάσκα και πήρε τη ρούγα για το σπίτι, έπρεπε να ξεκουραστεί, τον περίμενε μια πολύ δύσκολη εβδομάδα.
Την επόμενη μέρα σηκώθηκε πρωί, βγήκε στην αυλή, καβάλησε τη ρεμούλκα και πήρε τον δρόμο για τον κάμπο. Προς έκπληξή του οι εργάτες ήταν όλοι στο χτήμα κι είχαν ήδη πιάσει δουλειά. Οι πιτσιρικάδες τηρούσαν τη συμφωνία στο ακέραιο. Ολημερίς θέρο και το βράδυ;;.. «για ύπνο με τις κότες!». Για μια ολάκερη εβδομάδα το χωριό είχε ησυχάσει από την οχλαγωγία και τα τζάμια του σχολείου από την μπάλα.
Οι μέρες κύλησαν γρήγορα και την Παρασκευή το απόγευμα όλα είχαν τελειώσει. Ο έμπορας είχε φορτώσει το στάρι και τ’ άχυρα είχαν πάει στο υπόστεγο της στάνης. Το Σάββατο χάραξε με προσμονή. Ο μπάρμπα Φάνης τους μάζεψε όλους στον καφενέ και έδωκε στον κάθε ένα το μερτικό του.
- «Το βράδυ να είστε στην πλατεία με καθαρά ρούχα και πλυμένοι!» τους είπε.
- «Όχι στην πλατεία, στην αυλή της εκκλησιάς να μαζευτούμε» είπε ο Αλέξης «στην πλατεία θα μας δουν!!».
Πράγματι το απόγευμα «σιδερωμένοι» οι πιτσιρικάδες είχαν κάτσει στο παγκάκι της εκκλησιάς. Ο μπάρμπα Φάνης αχνοφάνηκε από μακριά με το αγροτικό. Πολύ σύντομα ήταν μπροστά τους. Σταμάτησε και με μιας όλοι πήγαν γύρω του. Άλλοι μπήκαν «τρακάδα» μπροστά και μερικοί προτίμησαν την καρότσα.
- «Έχετε πάει πάλι με γυναίκα μωρέ;» τους ρώτησε ο μπάρμπα Φάνης με την βροντερή του φωνή.
Η σιωπή κυριάρχησε.
- «Κατάλαβα! Θα γυρίσουμε άντρες απόψε ωρέ…!!!» φώναξε χασκογελώντας!
Μετά από αρκετή ώρα έφθασαν στο Μεγαλοχώρι και πάρκαραν παράμερα. Κατέβηκαν όλοι, σουλουπώθηκαν.. και με τον μπάρμπα αρχηγό έβαλαν πλώρη για το σκοπό τους.
Μόλις έφθασαν στην είσοδο ο μπάρμπα Φάνης κοντοστάθηκε, η ορμή όμως των πιτσιρικάδων πίσω του ήταν ασταμάτητη.
- «Σταματήστε μωρέ να τα κανονίσω!» Τους φώναξε. «Έχω φέρει κόσμο σήμερα».. είπε στην ηλικιωμένη κυρία που στεκόταν μπροστά του.
Εκείνη χαμογέλασε και με γρήγορες κινήσεις τους έβαλε όλους σ΄ ένα προθάλαμο.
- «Κάτι θα κάνουμε και για εσάς!» απάντησε με γλυκιά φωνή, κλείνοντας παράλληλα το μάτι η οικοδέσποινα.
Οι πιτσιρικάδες ήταν σε κατάσταση έκστασης. Η ντροπή είχε δώσει τη θέση της στην άκρατη προσμονή. Πράγματι, σε λίγο ένα τσούρμο μισόγυμνα κορίτσια εμφανίστηκε στον χώρο και με συνοπτικές διαδικασίες χάθηκαν όλοι πίσω από τις κουρτίνες. Μονάχα ο μπάρμπα Φάνης και η οικοδέσποινα είχαν μείνει στον προθάλαμο. Κάθισε στον καναπέ, έβγαλε την τραγιάσκα και χάιδεψε τη μουστάκα του.
- «Τι θα πιείς;» Των ρώτησε η οικοδέσποινα.
- «Βάλε μου το συνηθισμένο!» Αποκρίθηκε ο μπάρμπα Φάνης.
Σε λίγο η κυρία του έφερε ένα ποτήρι ουίσκι. Ο μπάρμπα Φάνης το έβαλε στο στόμα του και ρούφηξε μια γουλιά. Αγαλλίαση!! Ρούφηξε και μια δεύτερη και ξαφνικά ο χώρος άρχισε να κουνιέται.
- «Τι στο καλό.. .. πιο ήρεμα μωρέ!!!» Φώναξε δυνατά προς το μέρος που είχαν πάει η πιτσιρικάδες.
- «Πιο ήρεμα σείεται ο τόπος!!!»
Όμως γρήγορα κατάλαβε πώς η παλινδρομική κίνηση που έριξε το ουίσκι επάνω του δεν οφειλόταν στην ορμή των πιτσιρικάδων.
- «Σεισμόοοος!!!!!… Σεισμόοοος!!!!» ακούστηκε μια φωνή στο βάθος!
Ξαφνικά οι κουρτίνες παρασύρθηκαν από το μαινόμενο συνονθύλευμα των σχεδόν γυμνών ζευγαριών. Στο διάβα τους παρέσυραν όχι μόνο τον μπάρμπα Φάνη αλλά και την οικοδέσποινα προς την έξοδο.
- «Σεισμόοοοος….!!» Ακουγόταν κι όλοι είχαν βγει στον δρόμο.
Η γης σειόταν ακόμα κι ο μπάρμπα Φάνης κοίταξε γύρω του. Τα γυμνά κορμιά με τα νεανικά προσόντα βρίσκονταν σε θέση εμφανούς θέασης. Το ένστικτο της επιβίωσης είχε υπερκεράσει αυτό της αναπαραγωγής.
Ο μπάρμπα Φάνης έβαλε τα γέλια!!
- «Μαζευτείτε μωρέ!!» Τους είπε «…μαζευτείτε και γίναμε ρεζίλι!»
Γύρω τους υπήρχε πολύς κόσμος μιας κι όλη η γειτονία βρισκόταν στον δρόμο. Ο σεισμός μόλις είχε σταματήσει αλλά κανείς δεν τολμούσε ακόμα να γυρίσει να μαζέψει τα ρούχα του.
Ο μπάρμπα Φάνης θαρρετά μπήκε μέσα στο οίκημα κι όλοι τον ακολούθησαν. Σε μερικά λεπτά είχαν ντυθεί κι είχαν επιστρέψει στον δρόμο. Είχαν επιστρέψει κι ο τρόμος είχε δώσει τη θέση του στο γέλιο. Άκρατο γέλιο!!
- «Τζάμπα τα τάλαρα μωρέ..» τους είπε ο μπάρμπα Φάνης γελώντας! «Σας το είπα μωρέ… σας το είπα… να μην μαζευτούμε στην εκκλησιά! Μας είδε ο παππάς και μας καταράστηκε!»
Οι πιτσιρικάδες συνέχισαν να γελάνε αυτή τη φορά πιο έντονα.
- «Τι γελάτε μωρέ;; Τι γελάτε;;»
- «Να μπάρμπα Φάνη.. ο παπά Φώτης είναι ακόμα μέσα στο σπίτι!» Του απάντησαν με μια φωνή πνιγμένη από τα γέλια!
- «Αυτός έχει το θεό μαζί του μωρέ!!» τους ανταπάντησε ο μπάρμπα Φάνης γελώντας…












