Οι Διακοπές

Το σκοτάδι είχε πέσει για τα καλά αντάμα με τις μπριζόλες και τις μπύρες στο στομάχι του Μπάμπη. «Κοινώς» είχε φάει το καταπέτασμα. Μπήκε στο σπίτι κι έπεσε για ύπνο. Η ώρα «μικρή» αλλά η ζέστη μεγάλη. Στριφογύριζε ο Μπάμπης μα η μπύρα ερχόταν στη μύτη του κι ο ιδρώτας κυλούσε στο μέτωπό του. Σηκώθηκε! Βγήκε στο πεζοδρόμιο και κάθισε σε μια καρέκλα δίπλα στο τραπέζι που είχε τοποθετήσει το προηγούμενο απόγευμα.
Δροσούλα!.. Ανάσανε λίγο…. Απέναντι παρατήρησε μια δημοτική ντουζιέρα που έσταζε νωχελικά στο μισοσκόταδο.









