Το νερό δεν αλλάζει χέρια, αλλάζει κέντρο αποφάσεων!

Παρασκευή απόγευμα, από εκείνα τα απογεύματα που η θάλασσα μοιάζει να ανήκει ακόμη στους ανθρώπους κι όχι στην πολυκοσμία τ’ Αυγούστου. Παρότι μένω σχετικά κοντά, σπάνια καταφέρνω να κατέβω για ένα απογευματινό μπάνιο, ετούτο το δειλινό όμως τα κατάφερα.

Περπάτησα στην παραλία αποφεύγοντας, για ακόμα μια φορά, τους κάθε λογής «ιδιοκτήτες» της. Εκείνους που εδώ και μήνες έχουν εγκαταστήσει μόνιμες ομπρέλες, βάσεις από μπετόν, ξαπλώστρες και κάθε λογής κατασκευές, σάμπως κι ο δημόσιος χώρος αποτελεί φυσική προέκταση του ενοικιαζόμενου διαμερίσματός τους.

Δεν ήταν η πρώτη φορά βέβαια που το έβλεπα, ίσως όμως ήταν η πρώτη φορά που στάθηκα πραγματικά να το σκεφτώ.

Κάθε καλοκαίρι επαναλαμβάνεται το ίδιο έργο. Η παραλία μετατρέπεται σιγά σιγά σε μια ιδιότυπη πολυκατοικία χωρίς συμβόλαια. Ο καθένας οριοθετεί τον χώρο του. Μια ομπρέλα σήμερα, μια δεύτερη αύριο, ένα τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο κι ένα δεύτερο στην παραλία, μια ξαπλώστρα, δυο ξαπλώστρες, μια τριχιά, μια αλυσίδα και στο τέλος όλοι γνωρίζουν ότι «αυτό είναι πιασμένο», είναι ιδιοκτησία άνευ ΕΝΦΙΑ βρε παιδί μου!

Κι όμως, δεν είναι! Είναι δημόσιος χώρος ή τουλάχιστον, θα έπρεπε να είναι.

Έφτασα λοιπόν στη θάλασσα και βούτηξα. Το νερό ήταν δροσερό, σχεδόν λυτρωτικό, για λίγα λεπτά δεν υπήρχε τίποτε άλλο πέρα από τον ήχο των κυμάτων. Βγαίνοντας κατευθύνθηκα προς την ντουζιέρα, εκεί όμως έπρεπε να περιμένω.

Όχι, βέβαια γιατί υπήρχε ουρά. Περίμενα γιατί ένα ζευγάρι είχε αποφασίσει πως ήταν η κατάλληλη στιγμή να κάνει μπάνιο τον σκύλου του. Σαμπουάν, τρίψιμο, άφθονο νερό, ξέβγαλμα, ολόκληρη περιποίηση!

Κοίταζα τη σκηνή σκεπτόμενος να θυμώσω ή να γελάσω; Με προβλημάτιζε περισσότερο η βεβαιότητα με την οποία έκαναν κάτι που τους φαινόταν απολύτως φυσιολογικό και κανείς δεν αναρωτιόταν αν η δημόσια ντουζιέρα είχε κατασκευαστεί γι’ αυτόν τον σκοπό.

Άλλωστε, το νερό έτρεχε άφθονο ή μάλλον… έτσι έμοιαζε.

Κάπως έτσι, κάτω από μια απλή ντουζιέρα της παραλίας, άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτού του τόπου να μην είναι, ούτε οι σωλήνες, ούτε οι γεωτρήσεις, ούτε οι αντλίες.

Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα να είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τα κοινά αγαθά.

Διότι τούτο δεν ήταν μια μεμονωμένη εικόνα, ήταν άλλη μία ψηφίδα ενός παζλ που το βλέπουμε καθημερινά εδώ και πολλά χρόνια, αλλά σπάνια το συνθέτουμε.

Χρόνια τώρα ανεχόμαστε τα σκουπίδια να στοιβάζονται. Χρόνια τώρα συζητούμε περισσότερο για το ποιος φταίει παρά για το πώς θα λυθεί το πρόβλημα.

Χρόνια τώρα δεν καταφέραμε να περάσουμε από τη λογική της ταφής σε μια πραγματικά ολοκληρωμένη διαχείριση των απορριμμάτων και τα στέλνουμε «διακοπές» στην Τρίπολη με πολλαπλάσιο κόστος.

Χρόνια τώρα επιτρέπουμε στον καθένα να μετατρέπει ένα κομμάτι της παραλίας σε προσωπικό του οικόπεδο.

Χρόνια τώρα αντιμετωπίζουμε τις μικρές αυθαιρεσίες σαν κάτι περίπου γραφικό.

«Έλα μωρέ…»

Ίσως αυτή η μικρή φράση να είναι η πιο ακριβή που έχουμε πληρώσει ως κοινωνία.

Γιατί φίλοι μου καλοί τα δημόσια αγαθά δε χάνονται ξαφνικά, δεν ξυπνάς ένα πρωί και διαπιστώνεις ότι δεν σου ανήκουν πια. Φθείρονται αργά, με μια μικρή ανοχή, με μια αυθαίρετη ομπρέλα, με μια διαρροή που δεν επισκευάζεται, με έναν λογαριασμό που μένει απλήρωτος, με μια δύσκολη απόφαση που αναβάλλεται για μετά τις εκλογές.

Με πολίτες που ενδιαφέρονται μόνο όταν το πρόβλημα φτάσει στη δική τους πόρτα.

Κάπως έτσι χάσαμε τον έλεγχο της διαχείρισης των απορριμμάτων. Όχι βέβαια μέσα σε μία νύχτα, αλλά μέσα από δεκάδες μικρές αποτυχίες που συσσωρεύτηκαν μέχρι να γίνουν μία μεγάλη.

Οπότε όπως είναι φυσικό επόμενο, γεννήθηκε μια δεύτερη σκέψη.

Μήπως αυτός είναι ο πραγματικός λόγος που σήμερα συζητάμε για το νερό; Μήπως το ερώτημα δεν είναι μόνο αν ένα νέο νομοσχέδιο είναι σωστό ή λάθος; Μήπως προηγείται ένα πιο δύσκολο ερώτημα;

Διαχειριστήκαμε εμείς σωστά αυτό που σήμερα ζητάμε να παραμείνει στα χέρια μας;

Δεν γνωρίζω ακόμη την απάντηση. Γνωρίζω όμως ότι αξίζει να διαβάσουμε το νομοσχέδιο χωρίς συνθήματα, χωρίς κομματικές παρωπίδες και χωρίς εύκολες βεβαιότητες. Γιατί, ίσως για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, η πραγματική συζήτηση δεν αφορά απλώς το νερό.

Αφορά τη σχέση μιας κοινωνίας με τα κοινά της αγαθά, με τα φυσικά διαθέσιμα που θα έλεγε και ο φίλος μου ο Σπύρος, ο πραγματικός Σπύρος, ο Δημογέροντας.

Επιστρέφοντας λοιπόν από την παραλία έκανα κάτι που ομολογώ δε συνηθίζω. Καβάλησα ένα αυτοκίνητο για να μπω στο σπίτι μου καθότι ο ιδιοκτήτης του θεώρησε το πεζοδρόμιο δρόμο.

Μετά το σλάλομ έφτιαξα έναν καφέ κι άνοιξα το νομοσχέδιο περί μεταρρύθμισης διαχείρισης υδάτων. Το διάβασα άρθρο προς άρθρο!

Το διάβασα χωρίς να αναζητώ επιχειρήματα υπέρ ή κατά. Το διάβασα μόνο για να απαντήσω σε μια απλή ερώτηση.

Τι πραγματικά αλλάζει;

Προς μεγάλη μου έκπληξη διαπίστωσα κάτι που δεν περίμενα, η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται γύρω από μια λέξη.

Ιδιωτικοποίηση.

Το νομοσχέδιο όμως περιστρέφεται γύρω από μια εντελώς διαφορετική λέξη.

Διαχείριση!

Το νερό δεν πωλείται, δεν μεταβιβάζεται η κυριότητα των υδάτων. Δεν γράφει πουθενά ότι οι πηγές, τα φράγματα παύουν να αποτελούν δημόσια περιουσία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν αλλάζει τίποτε. Φυσικά και αλλάζει, μάλιστα αλλάζουν πολλά.

Το κέντρο βάρους μεταφέρεται, οι αποφάσεις συγκεντρώνονται, οι κανόνες γίνονται ενιαίοι, οι οικονομικές απαιτήσεις αυστηρότερες, οι έλεγχοι περισσότεροι.

Η τοπική αυτοδιοίκηση διατηρεί έναν ρόλο, αλλά όχι τον ίδιο που είχε μέχρι σήμερα.

Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι αυτό είναι αναγκαίο και οφείλω να αναγνωρίσω ότι υπάρχουν σοβαρά επιχειρήματα.

Σε πολλές περιοχές της χώρας τα δίκτυα χάνουν τεράστιες ποσότητες νερού πριν φτάσουν στον καταναλωτή. Υπάρχουν ΔΕΥΑ που αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν βασικές επενδύσεις. Άλλες δυσκολεύονται ακόμη και να καλύψουν τις λειτουργικές τους δαπάνες. Το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας αυξήθηκε. Η λειψυδρία εξελίσσεται σε μόνιμη απειλή. Οι απαιτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ποιότητα του νερού και των λυμάτων γίνονται ολοένα αυστηρότερες.

Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί σοβαρά ότι όλα λειτουργούσαν άψογα.

Επομένως η ανάγκη αλλαγών είναι πραγματική. Το ερώτημα όμως δεν είναι αν χρειάζονται αλλαγές. Το ερώτημα είναι ποιες αλλαγές χρειάζονται;

Κυρίως όμως ποιος θα παίρνει πλέον τις αποφάσεις;

Εδώ βρίσκεται η ουσία του νομοσχεδίου.

Η ΕΥΔΑΠ και η ΕΥΑΘ επεκτείνουν σημαντικά την περιοχή ευθύνης τους. Αναλαμβάνουν υπηρεσίες ύδρευσης, αποχέτευσης και σε αρκετές περιπτώσεις ακόμη και άρδευσης σε περιοχές που μέχρι σήμερα εξυπηρετούνταν από τοπικούς φορείς.

Παράλληλα, η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων(ΡΑΑΕΥ) αποκτά πολύ ισχυρότερο ρόλο. Δεν περιορίζεται πλέον σε έναν εποπτικό χαρακτήρα, εγκρίνει τα τιμολόγια, ελέγχει την οικονομική επάρκεια των παρόχων (π.χ. ΔΕΥΑΣ), πιστοποιεί τη διαχειριστική τους ικανότητα.

Παρακολουθεί την εφαρμογή των σχεδίων εξυγίανσης και αποκτά ουσιαστικό λόγο στον τρόπο με τον οποίο θα οργανωθεί συνολικά η διαχείριση του νερού τα επόμενα χρόνια. Αυτό σημαίνει ότι οι αποφάσεις απομακρύνονται από το Δημοτικό Συμβούλιο και μεταφέρονται σε ένα περισσότερο κεντρικό και τεχνοκρατικό πλαίσιο.

Είναι αυτό κακό;

Ας είμαστε ειλικρινείς, η απάντηση δεν είναι τόσο εύκολη.

Πόσες φορές δεν είδαμε δημοτικές επιχειρήσεις να αναβάλλουν έργα επειδή «δεν είναι η κατάλληλη στιγμή»;

Πόσες φορές δεν χρησιμοποιήθηκαν τα τιμολόγια ως εργαλείο πολιτικής δημοφιλίας και συλλογής εκατοντάδων, αν όχι χιλιάδων ψήφων εκλέγοντας τους ίδιους και τους ίδιους;

Πόσες φορές δεν αφήσαμε τα δίκτυα να παλιώνουν επειδή κανείς δεν ήθελε να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας δύσκολης απόφασης;

Ο κεντρικός έλεγχος μπορεί να περιορίσει τέτοιες παθογένειες, μπορεί να επιβάλει ενιαίους κανόνες, μπορεί να υποχρεώσει έναν πάροχο (π.χ. ΔΕΥΑΣ) να λειτουργεί με πραγματικά οικονομικά δεδομένα.

Από την άλλη πλευρά όμως, κάθε φορά που οι αποφάσεις απομακρύνονται από την τοπική κοινωνία, μεγαλώνει και η απόσταση ανάμεσα σε εκείνον που αποφασίζει και σε εκείνον που υφίσταται τις συνέπειες.

Ο δημότης του Κρυονερίου για παράδειγμα γνωρίζει πολύ καλύτερα τη γεώτρηση που στερεύει στο χωριό του από έναν υπάλληλο που εργάζεται εκατό ή διακόσια χιλιόμετρα μακριά.

Η λογοδοσία δεν είναι μια αφηρημένη έννοια (αν και στην δήμο μας είναι).

Είναι η δυνατότητα να μπορείς να κοιτάξεις στα μάτια εκείνον που παίρνει τις αποφάσεις για τον τόπο σου. Εδώ λοιπόν βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η πραγματική πρόκληση του νομοσχεδίου.

Όχι, αν το νερό θα παραμείνει δημόσιο αλλά αν η νέα μορφή διαχείρισης θα καταφέρει να συνδυάσει δύο πράγματα που συνήθως συγκρούονται.

Την αποτελεσματικότητα και τη δημοκρατική λογοδοσία.

Γιατί αν κερδίσουμε το πρώτο και χάσουμε το δεύτερο, θα έχουμε δημιουργήσει ένα σύστημα οικονομικά πιο ισχυρό, αλλά κοινωνικά απομακρυσμένο.

Αν αντίθετα κρατήσουμε μόνο τη σημερινή τοπική αυτονομία, χωρίς να αντιμετωπίσουμε τις πραγματικές αδυναμίες πολλών επιχειρήσεων ύδρευσης, τότε απλώς θα αναβάλουμε το πρόβλημα για λίγα ακόμη χρόνια.

Κάπου λοιπόν ανάμεσα σε αυτές τις δύο πραγματικότητες βρίσκεται η ισορροπία που οφείλει να αναζητήσει η χώρα και φυσικά κάπου εκεί αρχίζει να αφορά άμεσα εμάς και τη ΔΕΥΑ Σικυωνίων, τη δικιά μας ΔΕΥΑ δηλαδή.

Ας κάνουμε λοιπόν άλλο ένα μικρό νοητικό πείραμα.

Ας υποθέσουμε ότι το επόμενο νομοσχέδιο δεν αφορά την Αττική, τη Βοιωτία ή την Εύβοια. Ας υποθέσουμε ότι αφορά τον Δήμο Σικυωνίων.

Ότι αύριο κάποιος προτείνει την ένταξη της ΔΕΥΑ Σικυωνίων σε έναν μεγαλύτερο περιφερειακό οργανισμό, με το επιχείρημα ότι έτσι θα μειωθούν τα κόστη, θα αυξηθούν οι επενδύσεις και θα υπάρξει καλύτερη διαχείριση.

Ποια θα ήταν η απάντησή μας; Θα λέγαμε απλώς «Δεν το δεχόμαστε»;;

Θα μπορούσαμε να αποδείξουμε γιατί δεν πρέπει να συμβεί; Αυτό μάλλον είναι το πραγματικό ερώτημα!

Προφανώς τα δημόσια αγαθά δεν προστατεύονται με συνθήματα και μισές αλήθειες, προστατεύονται με αξιοπιστία.

Η ΔΕΥΑ Σικυωνίων έχει κάνει σημαντικά βήματα. Έχει προχωρήσει έργα εκσυγχρονισμού, τηλεμετρίας, ενεργειακής αναβάθμισης και επαναχρησιμοποίησης νερού. Αυτό είναι θετικό, αλλά δεν αρκεί.

Στη δημόσια διοίκηση τα έργα δεν κρίνονται από το ύψος του προϋπολογισμού τους, κρίνονται από το αποτέλεσμα που παράγουν κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα ερωτήματα.

  1. Γνωρίζουμε σήμερα πόσο νερό αντλεί η ΔΕΥΑ κάθε χρόνο;
  2. Γνωρίζουμε πόσο από αυτό φτάνει πραγματικά στους καταναλωτές;
  3. Γνωρίζουμε πόσο χάνεται σε διαρροές;
  4. Πόσο κοστίζει η παραγωγή κάθε κυβικού μέτρου;
  5. Πόσο κοστίζει η ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για την άντλησή του;
  6. Πόσες είναι οι ληξιπρόθεσμες οφειλές;
  7. Ποια είναι η πραγματική οικονομική εικόνα της επιχείρησης;

Κυρίως όμως… γνωρίζουν αυτά τα στοιχεία οι δημότες ή τα γνωρίζουν μόνο όσοι συμμετέχουν στη διοίκησή της;

Η διαφάνεια δεν είναι μια υποχρέωση που επιβάλλει η νομοθεσία, είναι η καλύτερη άμυνα απέναντι σε οποιονδήποτε θελήσει αύριο να αμφισβητήσει την ικανότητα μιας δημοτικής επιχείρησης να συνεχίσει να υπάρχει.

Αν ήμουν σήμερα δήμαρχος Σικυωνίων, δεν θα περίμενα να έρθει μια αξιολόγηση από την Αθήνα. Θα ξεκινούσα μόνος μου.

  1. Θα ζητούσα μια πλήρη ανεξάρτητη τεχνική και οικονομική αποτίμηση της ΔΕΥΑ.
  2. Θα δημοσιοποιούσα κάθε βασικό δείκτη λειτουργίας.
  3. Θα γνώριζε κάθε δημότης πόσο νερό αντλείται, πόσο τιμολογείται, πόσο χάνεται, πόσο κοστίζει, πόσο καταναλώνει κάθε αντλιοστάσιο, ποια έργα ολοκληρώθηκαν, ποια απέδωσαν και ποια όχι.

Δεν θα το έκανα επειδή το ζητά η ΡΑΑΕΥ. Θα το έκανα επειδή το απαιτεί ο σεβασμός προς τους δημότες και θα προχωρούσα ακόμη περισσότερο. Θα ζητούσα να εκπονηθεί σχέδιο ασφαλείας του νερού για ολόκληρο τον Δήμο.

Να γνωρίζουμε ποιες γεωτρήσεις κινδυνεύουν, ποιες δεξαμενές επαρκούν, ποιες περιοχές είναι περισσότερο ευάλωτες στη λειψυδρία, ποιες υποδομές χρειάζονται άμεσα αντικατάσταση. Θα αντιμετώπιζα τις διαρροές σαν το σημαντικότερο έργο ύδρευσης!

Θα ζητούσα από το Δημοτικό Συμβούλιο να βοηθήσει καθολικά σε κάτι που ξεπερνά τις παρατάξεις.

Ότι η ΔΕΥΑ Σικυωνίων πρέπει να παραμείνει τοπική.

Όχι, επειδή είναι δημοτική, αλλά επειδή μπορεί να αποδείξει ότι λειτουργεί καλύτερα από κάθε εναλλακτική λύση.

Αυτό είναι κατά τη γνώμη μου το σημείο στο οποίο συναντώνται η αυτοδιοίκηση και η ευθύνη. Δεν αρκεί να ζητάς να κρατήσεις μια αρμοδιότητα, πρέπει να αποδεικνύεις καθημερινά ότι την αξίζεις. Γιατί η μεγαλύτερη απειλή για μια δημοτική επιχείρηση δεν είναι ένα νομοσχέδιο,  είναι να συνηθίσει στη μετριότητα.

Αν η ΔΕΥΑ Σικυωνίων γίνει πραγματικά πρότυπο διαφάνειας, αποτελεσματικότητας και λογοδοσίας, τότε όποιος προτείνει αύριο την κατάργησή της θα πρέπει να αποδείξει γιατί.

Αν όμως εμείς οι ίδιοι αδιαφορήσουμε για τις αδυναμίες της, τότε δεν θα χρειαστεί κανείς να μας την πάρει, θα έχουμε παραδώσει μόνοι μας το ισχυρότερο επιχείρημα υπέρ της συγκέντρωσης και τότε μάλλον θα είναι αργά για διαμαρτυρίες.

Γιατί τα δημόσια αγαθά δεν χάνονται τη μέρα που αλλάζει ο νόμος, χάνονται τη μέρα που μια κοινωνία σταματά να ενδιαφέρεται για τον τρόπο που τα διαχειρίζεται.

Γράφοντας λοιπόν ετούτες τις αράδες, θυμήθηκα ξανά εκείνη την ντουζιέρα στην παραλία.

Τελικά το πρόβλημα δεν ήταν ο σκύλος, ούτε το σαμπουάν, ούτε το νερό.

Το πρόβλημα ήταν η βεβαιότητα με την οποία κάποιος χρησιμοποιούσε κάτι κοινό σαν να του ανήκε.

Ίσως τελικά αυτό να είναι το βαθύτερο νόημα του νομοσχεδίου. Δεν αφορά μόνο τη διαχείριση του νερού, αφορά τη διαχείριση της ευθύνης.

Γιατί το πραγματικό ερώτημα μάλλον δεν είναι ποιος έχει το νερό.

Το πραγματικό ερώτημα είναι εάν μπορούμε να διαχειριστούμε υπεύθυνα όσα ανήκουν σε όλους!

 

Πηγές

Επέκταση αρμοδιοτήτων της Εταιρείας Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως Πρωτευούσης και της Εταιρείας Ύδρευσης και Αποχέτευσης Θεσσαλονίκης, ενίσχυση της Ρυθμιστικής Αρχής Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων, ρυθμίσεις για τον Οργανισμό Διαχείρισης Υδάτων Θεσσαλίας Ανώνυμη Εταιρεία και λοιπές διατάξεις

Christos Kalantzis
Christos Kalantzis
Άρθρα: 116

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *