Παραμονή Πρωτοχρονιάς

Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κάθε ημέρα κατέβαινε στον καφενέ για να «παίξει». Από τη μία το τσίπουρο και το ουίσκι, κι από την άλλη η αδρεναλίνη της κολλιτσίνας τον κρατούσαν μέχρι τις πρωινές ώρες. Έτσι ήτανε κι εκείνο το απόγευμα παραμονή πρωτοχρονιάς όπου φόρεσε τα καλά του, μαύρο σκαρπίνι, άσπρη κάλτσα, πουκάμισο άσπρο ώστε να ταιριάζει με την κάλτσα, σακάκι μαύρο  και γκρι υφασμάτινο παντελόνι. Οπτασία ο Μήτσος!!

Ετούτες τις ημέρες περίμενε ο Μήτσος. Ετούτες τις γιορτινές ημέρες να σταματήσει από το γιαπί. Να σταματήσει και να ξεκουραστεί το κοκαλάκι του βρε αδερφέ! Βιοπαλαιστής ήτανε βλέπετε. Το μεροκάματο σκληρό, εκτεθειμένος στις συνθήκες του θεού. Τι κι αν το καλοκαίρι τα κατάφερνε μια χαρά με τη ζέστη, ο χειμώνας, του ήταν πραγματικά δύσκολος. Περίμενε λοιπόν τις γιορτές για να διασκεδάσει, να διασκεδάσει με τη δικιά του ντάμα. Με την ντάμα κι όχι μόνο.. αλλά και με την παρέα της, τον ρήγα, τον βαλέ κι ολάκερο το συρφετό.

Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά κάθε ημέρα κατέβαινε στον καφενέ για να «παίξει». Από τη μία το τσίπουρο και το ουίσκι, κι από την άλλη η αδρεναλίνη της κολλιτσίνας τον κρατούσαν μέχρι τις πρωινές ώρες. Έτσι ήτανε κι εκείνο το απόγευμα παραμονή πρωτοχρονιάς όπου φόρεσε τα καλά του, μαύρο σκαρπίνι, άσπρη κάλτσα, πουκάμισο άσπρο ώστε να ταιριάζει με την κάλτσα, σακάκι μαύρο  και γκρι υφασμάτινο παντελόνι. Οπτασία ο Μήτσος!! Γιορτές ήταν άλλωστε, έπρεπε να στολιστεί κι αυτός.

Φόρεσε τα καλά του λοιπόν και κατηφόρισε τον κεντρικό τσιμεντόδρομο του Μεσοχωριού που οδηγούσε στον καφενέ. Ο δρόμος ήταν σχετικά δυσκολοδιάβατος μιας και το χιόνι των προηγούμενων ημερών είχε μετατραπεί σε πάγο. Βήμα εδώ, βήμα εκεί κατέβαινε προσεκτικά ρουφώντας παράλληλα με πάθος το τσιγάρο που κρατούσε στα δάκτυλά του. Ώσπου ξαφνικά πάτησε μια «σβουνιά» η οποία είχε ξεφύγει από τη ματιά του στο μισοσκόταδο. Με τον βηματισμό και με την φόρα που είχε, βρέθηκε στον αέρα. Το τσιγάρο έφυγε από το στόμα του, το πακέτο παραπέρα, ο αναπτήρας παραδώ κι ο πισινός του έπεσε με δύναμη επάνω στον πάγο του τσιμεντόδρομου.

Αχός βαρύς ακούστηκε, αχός από τον γδούπο αλλά και από τον πόνο που διαπέρασε ολάκερη τη σπονδυλική του στήλη. Ο Αχός συνεχίστηκε ως επίκληση της παναγίας και των συν αυτώ από το στόμα του! Ο πόνος, αλλά και το παγωμένο νερό που είχαν βρέξει το παντελόνι του τον ανάγκασαν να σηκωθεί γρήγορα. Να σηκωθεί χωρίς να σταματήσει ούτε λεπτό τις επικλήσεις στα «θεία». Έσκυψε με κόπο να μαζέψει το πακέτο «Καρέλια» αλλά και τον αναπτήρα. Τα οπίσθιά του πονούσαν πολύ, στάθηκε για λίγο κι άναψε τσιγάρο. Κοίταξε πίσω το λερωμένο του παντελόνι. Το καθάρισε πρόχειρα με το χέρι και συνέχισε με κόπο τον βηματισμό του στον παγωμένο δρόμο.

Κατηφόρισε λοιπόν προς τον καφενέ και σε πολύ λίγη ώρα έφθασε στον προορισμό του. Μπήκε μέσα και πλησίασε την σόμπα. Ζέστανε γρήγορα, γρήγορα τα χέρια του και αμέσως γύρισε τα οπίσθια ώστε να ζεσταθούν κι αυτά. Να ζεσταθούν, να στεγνώσουν και να απαλύνει τον πόνο.

  • «Τι έπαθες ρε Μήτσο;» Τον ρώτησε ο Παπαφώτης που καθόταν παράμερα.
  • «Τι να σου πω πάτερ…» απάντησε ο Μήτσος με μορφασμό ανακούφισης στο πρόσωπο. «Έπεσα εδώ παραπάνω και χτύπησα, να.. εδώ στην ουρά, στον κωλ***».
  • «Κάτσε να το στρώσουμε και θα σου περάσει..» αποκρίθηκε ο παπάς. «Πανάγοοοο φέρε ένα ουίσκι στον Μήτσο από εμένα..» συνέχισε τον λόγο του απευθυνόμενος αυτή τη φορά στον μπάρμπα Πάνο, τον καταστηματάρχη..!

Πραγματικά ο Μήτσος πήρε το ουίσκι στα χέρια του και ρούφηξε μια ανακουφιστική γουλιά στα όρθια πλησιάζοντας παράλληλα το τραπέζι που καθόταν ο παπά Φώτης. Κάθισε όμως απρόσεχτα σε μια καρέκλα όπου υπήρχε το καλλιμαύχιον ανάποδα μετατρέποντας το σε φυσαρμόνικα.

  • «Ρε μαλ*** πως το έκανες έτσι;» Φώναξε ο παπάς βλέποντας την κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει το καλλιμαύχιον.
  • «Δεν το είδα πάτερ» απάντησε ο Μήτσος γελώντας, αφού στιγμιαία είχε ξεχάσει τον πόνο του.

Ξανακάθισε ο Μήτσος «μονόμπαντα» σε μια διπλανή καρέκλα μιας και ο πόνος στα οπίσθια παρέμενε έντονος. Ο παπά Φώτης μαζί με κάμποσους συγχωριανούς μοίρασαν το χαρτί. Η ώρα είχε περάσει γρήγορα και στο τραπέζι είχαν απομείνει μονάχα ο παπά Φώτης κι ο Μήτσος. Είχαν μείνει με αρκετές μάρκες μπροστά τους και κάμποσο ουίσκι στο στομάχι τους. Τότε ήταν που ο παπά Φώτης σηκώθηκε και πήγε στην τουαλέτα που βρισκόταν παράπλευρα του τραπεζιού. Ο Μήτσος ήπιε μια γουλιά ουίσκι ακόμα, περιμένοντας τον συμπαίκτη του ανυπόμονα.

Ξαφνικά η πόρτα του μαγαζιού άνοιξε απότομα ξυπνώντας τον μισομεθυσμένο καταστηματάρχη ο οποίος συνομιλούσε με τον λήθαργο στην καρέκλα. Δυο χωροφύλακες με άγριες διαθέσεις μπήκαν στον χώρο.

  • «ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΠΑΙΖΟΥΝ ΧΑΡΤΙΑ ΕΔΩ;» Φώναξε ένας εκ των δυο.

Ο Μπάρμπα Πάνος πετάχτηκε στον αέρα και σχεδόν ασυναίσθητα με μισομεθυσμένη φωνή απάντησε!

  • «Χμμ.. όργανο (χικ..).. εδώ σε θέλω.. παίζουν χαρτιά εδώ;»

Αυτή η στιχομυθία έδωσε τον απαραίτητο χρόνο στον Μήτσο να μαζέψει την τράπουλα και τις μάρκες που βρισκόντουσαν επάνω στο τραπέζι και να τα  βάλει στην τσέπη του σακακιού του, πίνοντας παράλληλα μια γουλιά ουίσκι… παριστάνοντας τον αδιάφορο στις… 4 η ώρα το πρωί.

Οι χωροφύλακες κινήθηκαν προς τον Μήτσο..

  • «ΣΠΙΤΙ ΔΕΝ ΕΧΕΙΣ ΕΣΥ;» Του είπαν..

Ο Μήτσος προσπάθησε να σηκωθεί μιας και τα οπίσθιά του πονούσαν ακόμα.. κι αυτό ήταν εμφανές από τον τρόπο που καθόταν στην καρέκλα.

  • «Δεν μπορώ, με πονάει ο κώλ**ς» ανταπάντησε ο Μήτσος σε μια προσπάθεια προβολής αντίστασης στην εξουσία που υπήρχε στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα.

Τότε κι εντελώς ξαφνικά ακούστηκε μια φωνή διακόπτοντας την πρόχειρη ανάκριση…

  • «Ρε Μήτσο… σου πέρασε ο κώλ**ς;; Θα συνεχίσουμε;» Φώναξε ο παπά Φώτης από το μπάνιο.

Ο Μήτσος εμφανώς ανακουφισμένος απάντησε..

  • «ΠαπαΦώτη έβγα όξω έχουμε μουσαφίρηδες».
  • «Αχά! Έρχομαι να τακτοποιήσω κι αυτούς!!!» φώναξε ο παπά Φώτης από την τουαλέτα ανοίγοντας την πόρτα και προσπαθώντας παράλληλα να κουμπώσει το φερμουάρ του παντελονιού του που είχε κολλήσει.

Οι χωροφύλακες κοιτούσαν έκπληκτοι μια τον Μήτσο και μια τον παπά Φώτη. Τότε ο πάτερ σήκωσε τα μάτια και αφού ξεπέρασε τα δευτερόλεπτα της αμηχανίας αποκρίθηκε…

  • «Καθήστε τέκνα μου να σας βάλω τον λόγο του θεού!»

Οι χωροφύλακες γούρλωσαν τα μάτια και κοιτούσαν μία τον Μήτσο που κρατούσε τον πισινό του και μία τον παπά που προσπαθούσε απεγνωσμένα να κουμπώσει το κολλημένο του φερμουάρ.

  • «Ευχαριστούμε Πάτερ μίαν άλλη φορά..» απάντησαν τα όργανα της τάξης και εξήλθαν με γρήγορο βηματισμό από τον χώρο..
  • «Σας περιμένω το πρωί στην λειτουργία» ακούστηκε η φωνή του παπά Φώτη μαζί με τον έντονο ήχο του φερμουάρ που επιτέλους είχε ξεκολλήσει φζζζ..τ!

Χρόνια Πολλά και Καλή χρονιά σε όλους!

Christos Kalantzis
Christos Kalantzis
Άρθρα: 82

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *