Ο Τρύγος

Εκείνη την εποχή λοιπόν πατούσαν τα σταφύλια, είτε με τα πόδια, είτε έπρεπε να τα μεταφέρουν σε κάποιο παρακείμενο πατητήρι. Ο Μπαρμπαγιάννης είχε «μυριστεί» την ευκαιρία κι είχε κατασκευάσει ένα αυτοσχέδιο φορητό πατητήρι. Ένα πατητήρι που έσερνε με το χιλιοταλαιπωρημένο του τρακτέρ από σπίτι σε σπίτι. Ένα πατητήρι που του απέδιδε ένα επιπλέον μεροκάματο στο κοπιαστικό ετήσιο εισόδημά του. Στην αρχή το χρησιμοποίησε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του χωριού, αλλά σταδιακά η φορητή του επιχείρηση απέκτησε φήμη.

Αρχές Σεπτέμβρη, η εποχή που τα αμπέλια ωριμάζουν και περιμένουν τον καλλιεργητή να τα συγκομίσει. Η εποχή που η θέρμη του καλοκαιριού δίνει τη θέση της στη φθινοπωρινή δροσιά και η νύχτα κλέβει με ρυθμό λεπτά απ’ τη μέρα. Ήταν η εποχή που ο Μπαρμπαγιάννης με το αυτοσχέδιο φορητό του πατητήρι γύριζε από πόρτα σε πόρτα για να «πατήσει» τα σταφύλια μετατρέποντάς τα σε μούστο για λογαριασμό του κάθε κύρη.

Εκείνη την εποχή η κάθε οικογένεια «έβαζε» το δικό της βαρελάκι με κρασί. Το δικό της βαρελάκι ως συνοδοιπόρο για τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ένα βαρελάκι από τα σταφύλια που είχαν μαζέψει από το αμπελάκι τους. Θυμάμαι μάλιστα πως οι περισσότεροι φύτευαν τα κλήματα περιμετρικά του κάθε κομματιού γης, ως σύνορο με τον γείτονα. Ήταν η περίοδος όπου το εμφιαλωμένο κρασί με τις περίπλοκες ποικιλίες και τις φανταχτερές ετικέτες δεν είχε φθάσει ακόμα στην ελληνική οικογένεια.

Εκείνη την εποχή λοιπόν πατούσαν τα σταφύλια, είτε με τα πόδια, είτε έπρεπε να τα μεταφέρουν σε κάποιο παρακείμενο πατητήρι. Ο Μπαρμπαγιάννης είχε «μυριστεί» την ευκαιρία κι είχε κατασκευάσει ένα αυτοσχέδιο φορητό πατητήρι. Ένα πατητήρι που έσερνε με το χιλιοταλαιπωρημένο του τρακτέρ από σπίτι σε σπίτι. Ένα πατητήρι που του απέδιδε ένα επιπλέον μεροκάματο στο κοπιαστικό ετήσιο εισόδημά του. Στην αρχή το χρησιμοποίησε για να εξυπηρετήσει τις ανάγκες του χωριού, αλλά σταδιακά η φορητή του επιχείρηση απέκτησε φήμη.

Εκείνη την ημέρα λοιπόν καβάλησε το τρακτέρ του για να πάει στο Κάτω Διμηνιό. Τον είχε προτείνει στον επικείμενο πελάτη, «ως ειδικό», ο γείτονάς του. Τον είχε προτείνει αφού πρώτα του είχε χρυσοπουλήσει τα σταφύλια από το αμπέλι του. Μάλιστα για να παρακάμψει τις ενστάσεις του «Εύπορου Αθηναίου» αγοραστή, είχε αραδιάσει ένα σωρό επιχειρήματα του τύπου, «το αμπέλι μου δεν έχει φάρμακα, το καλύτερο κρασί θα είναι το δικό σου, θα σου βρω εγώ πατητήρι και θα έρθει στην πόρτα σου.. κλπ..». Με αυτόν τον τρόπο είχαν δώσει τα χέρια.

Η μέρα υλοποίησης της συμφωνίας έφθασε, όπως και ο Μπαρμπαγιάννης στην εξώπορτα που του είχε υποδείξει ο γείτονας. Κατέβηκε από το τρακτέρ κι άναψε τσιγάρο. Θαύμασε την πλούσια οικία με την εξίσου θαυμάσια αυλή. «Κρατημένος ο πελάτης» σκέφθηκε! Τράβηξε δυο γρήγορες τζούρες και πέταξε το τσιγάρο στην άσφαλτο πατώντας το με τη μύτη του παπουτσιού. Στη συνέχεια πλησίασε την αυλόπορτα και πάτησε το κουδούνι που υπήρχε στην παρακείμενη κολώνα της εισόδου. Σε μερικά λεπτά μια μικροκαμωμένη φιγούρα εμφανίστηκε από το βάθος της αυλής.

  • «Έχω έρθει για τα σταφύλια, για να τα πατήσω…» φώναξε ο Μπαρμπαγιάννης, μισοκλείνοντας παράλληλα τα μάτια του σε μια προσπάθεια να εστιάσει καλύτερα στο είδωλο της κυρίας που τον πλησίαζε με γοργά βήματα.

Η μικροκαμωμένη κυρία έφθασε στην είσοδο και του απάντησε σε μια γλώσσα που ο Μπαρμπαγιάννης δεν γνώριζε. Άλλωστε εκτός από τα ελληνικά όλα τα υπόλοιπα του ακούγονταν κινέζικα.

  • «Έχω έρθει για τα σταφύλια…» ξαναφώναξε ο Μπαρμπαγιάννης δείχνοντάς της.., μία τα καφάσια με τα στοιβαγμένα σταφύλια που υπήρχαν παράμερα ξοπίσω της και μία το αυτοσχέδιο πατητήρι του.

Σχεδόν αμέσως η κυρία, που όπως αποδείχθηκε ήταν η οικιακή βοηθός, κατάλαβε τα λεγόμενά του και άνοιξε την πόρτα. Ο Μπαρμπαγιάννης καβάλησε το τρακτέρ και το έβαλε στην αυλή. Αφού το πάρκαρε δίπλα στα καφάσια κατέβηκε με ένα σάλτο, πλησίασε την οικιακή βοηθό και της είπε:

  • «Το βαρέλι που είναι;»

Η οικιακή βοηθός δεν κατάλαβε. Έμεινε ακίνητη να τον κοιτά!

  • «Το βαρέλι μωρή που είναι;;;» Ξαναείπε ο Μπαρμπαγιάννης με δυνατότερη φωνή, εκφράζοντας την αθυρόστομη ευγένεια που διαχρονικά τον διέκρινε.

Απόκριση καμιά! «ΑΑΑ! Δεν θα κάνουμε χωριό σήμερα..» σκέφθηκε ο Μπαρμπαγιάννης κι άρχισε να περιηγείται στον χώρο. Ξαφνικά είδε μια πόρτα υπογείου ανοιχτή, μπήκε μέσα κι η ματιά του έπεσε στο βαρέλι που βρισκόταν σε μια γωνιά. «Ωραία» σκέφθηκε! «Ωραία!» Έκανε μεταβολή και παρατήρησε την οικιακή βοηθό πίσω του.

  • «Από πού είσαι μωρή;» Τη ρώτησε

Έλαβε μια απάντηση που δεν κατάλαβε.

  • «‘Ντάξει κατάλαβα.. Κινέζα»! της είπε και κουνώντας το χέρι του την παρακίνησε να τον ακολουθήσει.

Μόλις έφθασαν δίπλα στα καφάσια με τα σταφύλια ο Μπαρμπαγιάννης ξετύλιξε το καρούλι με το λάστιχο από τη βάση του τρακτέρ και της το έδωσε στα χέρια.

  • «Τράβα μέσα μωρή και βάλτο στο βαρέλι…» της είπε και άρχισε να ξετυλίγει το λάστιχο.

Η «Κινέζα» φάνηκε να καταλαβαίνει κι άρχισε να τραβά το λάστιχο με κατεύθυνση το υπόγειο.

«Ευρώπη γίναμε…» σκέφθηκε ο Μπαρμπαγιάννης και περίμενε να εμφανιστεί η νέα του βοηθός στο κατώφλι της εισόδου του υπογείου. Μόλις την είδε της φώναξε.

  • «Το έβαλες ‘ντάξει;;»

Κάτι του απάντησε η «Κινέζα» που ο Μπαρμπαγιάννης δεν κατάλαβε, αλλά το εξέλαβε ως Ναι! Άλλωστε από την πολυετή του θητεία ως μετανάστης στη Γερμανία είχε συνηθίσει να συνεννοείται με νεύματα.

Σύνδεσε ο Μπαρμπαγιάννης τον άξονα του τρακτέρ με το πατητήρι, κρέμασε κι ένα κουβά στη  σύνδεση για να μαζεύει το γράσο που ψιλοέσταζε κι άναψε τη μηχανή. Ο θόρυβος των μετάλλων του κοχλία, που περίμεναν να συνθλίψουν τα σταφύλια, ξεχύθηκε στον χώρο. Άναψε ξανά τσιγάρο και άρχισε να αδειάζει με γρήγορες κινήσεις τα καφάσια με τα σταφύλια στο πατητήρι. Μούστος άρχισε να ξεχύνεται με ορμή από το σιλό και να μπαίνει στο λάστιχο με υποθετικό προορισμό το βαρέλι που βρισκόταν στο υπόγειο.

Σε μερικά λεπτά είχε αδειάσει όλα τα καφάσια στο πατητήρι και χαμήλωσε την ένταση κοπής της μηχανής. «Πρέπει να έχει μισογεμίσει το βαρέλι…» σκέφθηκε κι άρχισε να κατευθύνεται στο υπόγειο.

Μόλις κατέβηκε τα τέσσερα σκαλιά που υπήρχαν στο κατώφλι, το πόδι του πάτησε μέσα σε κάτι υγρό. Σχεδόν αμέσως παρατήρησε ότι το λάστιχο δεν βρισκόταν μέσα στο βαρέλι, αλλά στο πάτωμα!!!

  • «Μωρή κλώσσα… γαμ… …!» άρχισε τα «γαλλικά» ο Μπαρμπαγιάννης. Άλλωστε η ευγένεια και η αθυροστομία τον χαρακτήριζαν χρόνια είπαμε.

Έτρεξε προς το τρακτέρ και έσβησε τη μηχανή!

  • «Φέρε κουβά και σφουγγαρίστρα μωρήηη…» άρχισε να φωνάζει ο Μπαρμπαγιάννης.

Η βοηθός, χωρίς να καταλάβει τα λόγια, έφερε κουβά και μια σφουγγαρίστρα. Με γρήγορες κινήσεις οι δυο τους άρχισαν να μαζεύουν τον μούστο από το πάτωμα του υπογείου και να γεμίζουν το βαρέλι. Πραγματικά μετά από μια ωρίτσα το υπόγειο ήταν και πάλι καθαρό και το βαρέλι μισογεμάτο. Ο Μπαρμπαγιάννης έβαλε και πάλι μπροστά τη μηχανή και σε λίγα λεπτά κι ο υπόλοιπος μούστος ήταν στη θέση του.

Πήρε τον κουβά στα χέρια του και τον έδωσε πίσω στην οικιακή βοηθό λέγοντάς της..

  • «Σε πληρώνουν εσένα εδώ μωρή;;;»
  • «Ναι!» Του απάντησε η Κινέζα σε άπταιστα ελληνικά,
  • «Ξέρεις ελληνικά και με πιλατεύεις τόση ώρα μωρή;;» απάντησε ο Μπαρμπαγιάννης με εμφανή ένταση στη φωνή του.
  • «Ναι, αλλά κρασί δεν θα πιώ!» ανταπάντησε η Κινέζα.
  • «Γιατί μωρή;;» την ρώτησε ο Μπαρμπαγιάννης ξαφνιασμένος από την ξαφνική της ευγλωττία!!
  • «Γιατί τον κουβά τον πήρα από το τρακτέρ σου!» Απάντησε αποστομωτικά η Κινέζα!
  • «..και τι φοβάσαι, μη σου κόψει ο γράσος το μπόϊ;;..» ανταπάντησε ο Μπαρμπαγιάννης δαγκώνοντας το τσιγάρο που μισοέκαιγε στο στόμα του εδώ και κάμποση ώρα, μαζεύοντας παράλληλα το λάστιχο στο καρούλι του.

Κάπως έτσι εξελίχθηκε η πρώτη πολυεθνική προσπάθεια παραγωγής μούστου κατ’ οίκον στην Κορινθία κάπου τη δεκαετία του ‘80. Άντε και καλό τρύγο!

Christos Kalantzis
Christos Kalantzis
Άρθρα: 82

Υποβολή απάντησης

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *