Ο Πολιτισμός της Παραλίας

Μετά τη μεγαλοπρεπή συμμετοχή του Μήτρου στα πολιτιστικά δρώμενα του τόπου, ήταν πλέον σίγουρος πως είχε έρθει η ώρα να βγει δυναμικά στον λαό.
«Ο πολιτικός», είπε στο καφενείο, «πρέπει να βρίσκεται κοντά στον πολίτη! Να ακούει τα προβλήματά του! Να μοιράζεται τις αγωνίες του!»
«Και ποιος θα πληρώνει τους καφέδες;» ρώτησε ο καφετζής.
«Ο λαός φυσικά! Δεν μπορώ να τα κάνω όλα μόνος μου! Δυο χέρια έχω!»
Έτσι λοιπόν ετούτο το κυριακάτικο πρωινό, αποφάσισε να οργανώσει λαϊκή εξόρμηση στη θάλασσα, να πάει τον λαό για μπάνιο!
Για την περίσταση φόρεσε το καλό του μαγιό. Ήταν εκείνο το παλιό, με τις οριζόντιες ρίγες και τις τιράντες που ανέβαιναν μέχρι τους ώμους.
«Σαν δραπέτης από ασπρόμαυρη ταινία του Τσάρλυ Τσάπλιν είσαι…», σχολίασε ο μπάρμπα Τάσης.
«Αυτό είναι διαχρονική κομψότητα», απάντησε ο Μήτρος.
Γέμισε λοιπόν το αγροτικό με συγχωριανούς, μια νταμιτζάνα νερό, δύο καρπούζια, ένα ψυγειάκι με μπύρες, λίγες ελιές και τυρί φέτα ντόπια που είχε φτιάξει με τα χεράκια του και είχε ξεμείνει κάνα δυο μήνες στο καφενείο επειδή κανείς δεν τολμούσε να την δοκιμάσει.
Ξεκίνησαν για την παραλία και στον δρόμο πέρασαν από το γνωστό σημείο.
Αριστερά καναπέδες, δεξιά στρώματα, λίγο παρακάτω δύο ψυγεία, παραδίπλα μπάζα, ένα πλυντήριο, τρία λάστιχα, μισή ντουλάπα, κλπ…
«Ανακύκλωση είναι αυτή;» ρώτησε ο παπάς.
«Όχι», είπε ο μπάρμπα Τάσης «Αυτό είναι τοπική αυτοδιοίκηση!»
Όταν έφτασαν στην παραλία, ο Μήτρος έμεινε για λίγο σιωπηλός.
Υπήρχαν ομπρέλες καταστημάτων, ομπρέλες ιδιωτών, ομπρέλες με ξαπλώστρες, ξαπλώστρες χωρίς ομπρέλες, τραπεζάκια, καρέκλες και κάτι παλιές τσιμεντωμένες ομπρέλες με τις αντίστοιχες ξαπλώστρες που έδειχναν τόσο μόνιμες, ώστε αν τις έβλεπε αρχαιολόγος θα τις κατέγραφε ως μνημεία της ύστερης εποχής του φραπέ, του τένις κλάμπ, του στρόλ και της οδού Αριστοτέλους!
«Πού θα κάτσουμε;» ρώτησε ο παπάς.
«Συνεχίζουμε…!», είπε αποφασιστικά ο Μήτρος κι οδήγησε λίγο ακόμη μέχρι τα πεύκα. Εκεί βρήκαν μια γωνιά γης που δεν είχε ακόμη αποκτήσει επιχειρηματική αξιοποίηση κι εγκαταστάθηκαν.
Βούτηξαν στη θάλασσα, έφαγαν ψωμί, ελιές κι… ό,τι είχε το ψυγειάκι!! Ο Μήτρος έδειξε ιδιαίτερη προτίμηση στο τυρί του! Άνοιξαν και τις μπύρες! Μετά ξάπλωσαν κάτω από κάτι ξεχασμένες δημοτικές ομπρέλες που κάποτε… είχαν δει καλύτερες εποχές!
Η μία ήταν στραβή!
Η δεύτερη έγερνε επικίνδυνα!
Η τρίτη δεν είχε ψάθα!
Η τέταρτη στηριζόταν περισσότερο στην πίστη παρά στη μηχανική!
Ο Μήτρος άδραξε την ευκαιρία! Σηκώθηκε όρθιος, καθάρισε τον λαιμό, ήπιε μια γουλιά μπύρα κι άρχισε τον λόγο.
«Συγχωριανοί! Σήμερα βλέπετε μπροστά σας την εγκατάλειψη! Την αδιαφορία! Την παρακμή!»
«Και την κοιλιά σου γεμάτη μπύρα σου βλέπουμε…» μουρμούρισε ο καφετζής.
«Μόλις εκλεγώ, όλες οι ομπρέλες θα επισκευαστούν!»
Οι Χωριανοί χειροκρότησαν βαριεστημένα!
Ο παπάς έκανε τον σταυρό του!
Ο καφετζής άνοιξε άλλη μία μπύρα!
«Θα μπουν καινούριες! Θα μπουν και ξαπλώστρες!»
Ένα χασμουρητό ακούστηκε από το βάθος, ο Μήτρος όμως είχε πάρει φόρα…
«Θα φέρουμε ανάπτυξη! Πρόοδο! Πολιτισμό!»
Οπότε… ξαφνικά ένιωσε μια αναταραχή στα σωθικά του.
Στην αρχή την αγνόησε!
Ύστερα ξαναήρθε, δυνατότερη… κι ακολούθως πολύ δυνατότερη… Ο Μήτρος πάγωσε!!!
«Συγχωριανοί…» είπε με σφιγμένο χαμόγελο… «Η ομιλία ολοκληρώθ… ηκεεε… που είναι οι τουαλέτ…» διέκοψε τη φράση κι έριξε μια απελπισμένη ματιά δεξιά κι αριστερά.
Τουαλέτα δεν υπήρχε! Μόνο πεύκα, πολλά πεύκα!
«Η φύση πάντα βοηθά τον άνθρωπο…» μουρμούρισε και χάθηκε μ’ αξιοθαύμαστη ταχύτητα ανάμεσά τους.
Για λίγα λεπτά επικράτησε απόλυτη ησυχία.
Οπότε ξαφνικά ακούστηκε από το βάθος μιας πατουλιάς θάμνων.
«Παναγία μου!»
Μετά…
«Φύγε από δω! Ξούτ!»
Κι αμέσως μετά…
«Βοήθεια! Με δάγκωσε ο κοπρίτης!»
Ο Μήτρος ξεπετάχτηκε μέσα από τα πεύκα σχεδόν ημίγυμνος!
Το μαγιό με τις ρίγες είχε κατέβει μέχρι το γόνατο κι οι τιράντες ανέμιζαν στον αέρα! Με το ένα χέρι κρατούσε το σωσίβιο της αξιοπρέπειάς του και με το άλλο τα καπούλια.
Παραπόδας τον ακολουθούσε με μανία ένας μεγαλόσωμος σκύλος, αποφασισμένος να υπερασπιστεί το πευκοδάσος από κάθε επίδοξο σωτήρα του τόπου.
Ο Μήτρος έτρεχε!
Ο σκύλος έτρεχε!
Οι συγχωριανοί χειροκροτούσαν!
Ο παπάς σταυροκοπιόταν!
Κι ο μπάρμπα Τάσης είπε ανάβοντας τσιγάρο…
«Το βλέπω να κερδίζει τις εκλογές…»
«Ποιος;» ρώτησε ο καφετζής.
«Ο σκύλος!»
«Γιατί;»
«Μέσα σε τρία λεπτά κατάφερε αυτό που δεν πέτυχαν όλοι οι προηγούμενοι!»
«Τι;»
«Να κάνει έναν πολιτικό να τρέξει εκτός προεκλογικής περιόδου!!»
Ο μπάρμπα Τάσης πήρε μια ελιά, ήπιε μια γουλιά μπύρα κοιτώντας τον Μήτρο να βουτά πανικόβλητος στη θάλασσα.
Ο σκύλος στάθηκε στην ακτή!
Ο ναυαγοσώστης από μακριά σφύριξε μία φορά, αλλά ούτε κι αυτός κατάλαβε ποιον έπρεπε να σώσει…
Ο Μήτρος δεν τολμούσε να βγει κι ο μπάρμπα Τάσης γελούσε!
«Τελικά μόνο τ’ αδέσποτα θα σώσουν τον τόπο!»
Ο παπάς γύρισε προς τη θάλασσα.
«Ρε Μήτρο.. τι θα κάνεις ρε; Να φωνάξω Ναυαγοσώστη;;»
Ο μπάρμπα Τάσης τράβηξε μια τελευταία τζούρα απ’ το τσιγάρο και είπε…
«Άστονε μωρέ να αποφασίσει… τι σόι πολιτικός είναι;;;»
«Τι να αποφασίσει;» ρώτησε ο καφετζής
«…αν προτιμά σκύλο ή λαγοκέφαλο!»












