Η Γνωριμία
Πιάστηκαν στην αρχή αμήχανα κι άρχισαν να κινούνται στον ρυθμό της μουσικής. Η απόσταση ήταν μεγάλη μεταξύ τους. Ήταν μεγάλη.. η οποία όμως μίκραινε με την πάροδο των βημάτων και του χρόνου. Τα λόγια λιγοστά, το φως λιγοστό και τα χείλη ενώθηκαν στιγμιαία. Ενώθηκαν δημιουργώντας καρδιοχτύπι και προσδοκία συνάμα. Σε μια αναλαμπή αφύπνισης η Βούλα έσπρωξε βίαια τον Αλέξη. Η κίνηση του χεριού της ήταν τόσο αυθόρμητη όπου στο διάβα παρέσυρε τα γυαλιά από το πρόσωπό της.

Ευθυτενής με μαύρα μάτια και ηλικία νεότατη, γνώρισε νεαρά όμοιων προσόντων και αναλόγου ηλικίας. Ήταν βλέπετε η εποχή της άμεσης επαφής μιας και τα σόσιαλ μίντια δεν υπήρχαν ως μέσο επικοινωνίας. Ο νέος μας λοιπόν πλησίασε την κοπέλα που προ ολίγου είχε εμφανιστεί στο οπτικό του πεδίο. Εκ πρώτης όψεως την είχε εγκρίνει. Τα κάλλη της άλλωστε ήταν αυτά που τον είχαν παρακινήσει. Τον είχαν παρακινήσει όπως η γύρη του λουλουδιού τις μέλισσες ένα πράμα. Τέντωσε λοιπόν την κορμοστασιά του και άρχισε να την πλησιάζει. Ήτανε βλέπετε βράδυ κι ο κόσμος στο νεοσύστατο ψυχαγωγείο (μπαρ) του Νεοχωρίου πολύς. Πολύς κι η μετακίνηση δύσκολη μέσα στο πλήθος. Όμως ο στόχος μάλλον άξιζε τον κόπο, τουλάχιστον όσο μπορούσε να διακρίνει μέσα στο μισοσκόταδο. Με μερικές σπρωξιές κι άλλες τόσες αιλουροειδείς δρασκελιές πλησίασε τη νεαρά! Βλέπετε τον είχε «καλέσει» πρωτίστως με το βλέμμα της. Η αμηχανία έκδηλη! Έκδηλη και στα δυο μέρη. Ο νέος ανέλαβε την πρωτοβουλία να σπάσει τον πάγο.
- «Α… Α.. Αλέξης» συστήθηκε.
- «Βούλα» ανταπάντησε με περισσή πεποίθηση η νεαρά.
- «Βούλα; Από..;»
- «..από το Παρασκευή.., Παρασκευούλα, Βούλα!» Αποκρίθηκε τεντώνοντας την πλάτη της, τονίζοντας παράλληλα το στήθος της.
Τα βλέμματα άλλωστε έλεγαν περισσότερα από τα στόματα.
- «Χορεύουμε;» Ρώτησε με μεγάλη προσδοκία ο Αλέξης.
- «Φυσικά!» Ήταν η αυθόρμητη απάντηση που αποκόμισε.
Πιάστηκαν στην αρχή αμήχανα κι άρχισαν να κινούνται στον ρυθμό της μουσικής. Η απόσταση ήταν μεγάλη μεταξύ τους. Ήταν μεγάλη.. η οποία όμως μίκραινε με την πάροδο των βημάτων και του χρόνου. Τα λόγια λιγοστά, το φως λιγοστό και τα χείλη ενώθηκαν στιγμιαία. Ενώθηκαν δημιουργώντας καρδιοχτύπι και προσδοκία συνάμα. Σε μια αναλαμπή αφύπνισης η Βούλα έσπρωξε βίαια τον Αλέξη. Η κίνηση του χεριού της ήταν τόσο αυθόρμητη όπου στο διάβα παρέσυρε τα γυαλιά από το πρόσωπό της.
- «Είναι πολύ νωρίς…» αποκρίθηκε! Σκύβοντας να τα μαζέψει.
- «Συγνώμη παρασύρθηκα..» απάντησε σχεδόν άμεσα ο Αλέξης γονατίζοντας δίπλα της με πρόθεση να τη βοηθήσει.
- «Δεν πειράζει…! Εκτός από το όνομά σου τι άλλο θα πρέπει να μάθω για εσένα;» Ρώτησε η Βούλα, σε μια εκ του σύνεγγυς προσπάθεια αναζήτησης επιπλέον πληροφοριών για τον νέο της φίλο…
- «Τι θα ήθελες να μάθεις;» Ρώτησε ο Αλέξης με περιπαικτική διάθεση…
Η ώρα πέρασε γρήγορα ο ένας χορός έφερε το δεύτερο, το ένα ποτό το άλλο και τα βήματα προς τη σύμπλευση γοργά! Εύθυμοι και ημιμεθής οι πρωταγωνιστές μας κατευθύνθηκαν μαζί προς την έξοδο αναζητώντας ο κάθε ένας το αυτοκίνητό του. Ο αποχωρισμός συνοδεύτηκε από έντονα αγγίγματα μελλοντικής εκπλήρωσης του νεοσύστατου πόθου.
–«Είναι ώρα να φύγουμε. Μας επισκεύθηκε ο Μορφέας..» μίλησε ψιθυριστά στο αυτί της ο Αλέξης.
Η Βούλα σε μια στιγμή αμηχανίας γύρισε και κοίταξε πίσω της. Κοίταξε πίσω της σαν να τον έψαχνε! Όπως συνήθως συμβαίνει σε αυτές τις περιπτώσεις… η προσμονή μεγάλη.
Την επόμενη κιόλας μέρα ο Αλέξης αναζήτησε περισσότερες πληροφορίες για τη μεταμεσονύκτια παρτενέρ του. Γοβάκι βλέπετε δεν είχε στα χέρια του. Μονάχα το όνομά της ήταν διαθέσιμο. Κατάφερε όμως να μάθει πως προερχόταν από το διπλανό Μεσοχώρι. Χωρίς να χάσει χρόνο κατευθύνθηκε στον φούρνο του χωρίου, αγόρασε μερικές πάστες, προμηθεύτηκε το απαραίτητο «λουλουδικό» και έβαλε πλώρη για την εύρεση της μούσας του. Το πάθος του ξεχείλιζε. Στο μυαλό του γύριζαν τα πληθωρικά κάλλη της Βούλας στο μισοσκόταδο.
Μετά από αρκετή ώρα στο δρόμο έφθασε στο Μεσοχώρι. Στάθηκε! Ρώτησε τον πρώτο περαστικό που βρέθηκε μπροστά του. Στα χωριά άλλωστε οι πληροφορίες διανέμονται δωρεάν.. ενίοτε λέγονται και κουτσομπολιό. Οι οδηγίες που έλαβε ήταν σαφείς και τις ακολούθησε με ακρίβεια ελβετικού ρολογιού! Έβαλε εμπρός το αυτοκίνητό του και κατηφόρισε στην επικείμενη ρεματιά, πέρασε ένα γιοφύρι και το σπίτι της Βούλας εμφανίστηκε στο βάθος.
Φθάνοντας μια ανθρώπινη φιγούρα υπήρχε στην αυλή. Μια ανθρώπινη φιγούρα με μπλε φόρμα, μπλε εργατική φόρμα και γαλότσες. Σταμάτησε, άνοιξε την πόρτα, πήρε την ανθοδέσμη ανά χείρας και έκαμε μερικά βήματα… καλημέρισε και.. είδε εμπρός του τη Βούλα. Την είδε όχι όπως το προηγούμενο βράδυ. Το φως της ημέρας άλλωστε ήταν άπλετο και δεν έκρυβε σε καμία περίπτωση τις λεπτομέρειες.
Η Βούλα στεκόταν όρθια. Παρατήρησε για πρώτη φορά τα χέρια της. Κρύος ιδρώτας τον έλουσε. Κρατούσε κι αυτή κάτι, αλλά σίγουρα δεν ήταν λουλούδια, μήτε γλυκά. Τα μαλλιά της ήταν δεμένα πίσω και το πρόσωπό της βλοσυρό. Τον κοίταξε χωρίς όμως να τον αναγνωρίσει. Το αίμα του είχε παγώσει. Η Βούλα έβγαλε το μασάτι από την τσέπη και κατέβασε το μαχαίρι που είχε στα δόντια. Το ακόνισε με δυο τρείς σβέλτες κινήσεις κάνοντας παράλληλα δυο βήματα προς το μέρος του. Ήταν το ίδιο μαχαίρι που λίγο πριν είχε χρησιμοποιήσει για να γδάρει το αρνί που κρεμόταν ανάποδα στο δέντρο δίπλα της.
- «Ποιος είσαι;» Τον ρώτησε σκουπίζοντας τα υπολείμματα αίματος από το πρόσωπό της. «Ποιόν ζητάτε;» Συνέχισε την κουβέντα της!
Ήταν προφανές πως δεν τον είχε αναγνωρίσει. Άλλωστε δεν φορούσε τα γυαλιά της.
- «ΝΝΝ..Να! Έφερα λουλούδια για το αρνί!» ψέλλισε ο Αλέξης κάνοντας παράλληλα δυο βήματα πίσω.
Η Βούλα κινήθηκε προς το μέρος του. Τα λουλούδια του έπεσαν από τα χέρια. Λαλιά δεν έβγαινε από το στόμα του. Το σοκ ήταν μεγάλο!
- «Ποιος είσαι;» Ξαναρώτησε η Βούλα μισοκλείνοντας τα μάτια της σε μια προσπάθεια αναγνώρισης του αναπάντεχου μουσαφίρη.
- «Λα.. Λα.. Λάθος..!» Απάντησε ο Αλέξης κάνοντας μεταβολή!
Μπήκε γρήγορα στο αυτοκίνητο και πάτησε το γκάζι με κομμένη την ανάσα!
Σκόνη σηκώθηκε! Κουρνιαχτός!
Όσο απομακρυνόταν τόσο η καρδιά του επανερχόταν στη θέση της. Τόσο το αίμα του ξεπάγωνε! Ξεπάγωνε σε αντίθεση με αυτό του αρνιού που κρεμόταν στο δέντρο. Κοίταξε δίπλα του. Στο κάθισμα υπήρχε ακόμα το κουτί με τις πάστες! Σταμάτησε στην άκρη του δρόμου, βγήκε από το αυτοκίνητο και με σβέλτες κινήσεις έβαλε μία στο στόμα του. Η ζάχαρη βοήθησε τη ροή του αίματός του. Άλλωστε το ένστικτο της επιβίωσης για ακόμα μια φορά υπερκέρασε αυτό της αναπαραγωγής.
Πρόσωπα, ζώα πράγματα αποτελούν αποκύημα της φαντασίας του συγγραφέα.












